Στην Πάτρα υπάρχουν ανθρωποκτονίες που επισήμως δεν συνδέθηκαν ποτέ μεταξύ τους, ανεπίσημα όμως απασχόλησαν για χρόνια τα ίδια γραφεία της Ασφάλειας. Υποθέσεις που άνοιξαν ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά στην πορεία παρουσίασαν κοινά χαρακτηριστικά τα οποία, για όσους τις χειρίστηκαν, δεν θεωρήθηκαν τυχαία. Ο χρόνος, ο χώρος, ο τρόπος και κυρίως το προφίλ των θυμάτων συνθέτουν μια εικόνα που παραπέμπει ευθέως σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών στον χώρο της νύχτας.
Η διπλή εκτέλεση του 2013 έξω από νυχτερινό κατάστημα στην οδό Σαχτούρη αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς. Δύο άνδρες πέφτουν νεκροί από πυρά αυτόματων όπλων, σε ένα χτύπημα που χαρακτηρίστηκε από την πρώτη στιγμή «επαγγελματικό». Οι δράστες κινήθηκαν με ταχύτητα, ακρίβεια και γνώση του χώρου. Δεν υπήρξε τυχαία συμπλοκή, δεν προηγήθηκε ένταση που να δικαιολογεί αυθόρμητη βία. Το συμβάν είχε όλα τα στοιχεία οργανωμένης εκτέλεσης, σε σημείο και χρόνο που επέτρεπε τη διαφυγή χωρίς απώλειες για τους δράστες.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας, αλλά και από υπηρεσιακές αναφορές που ήρθαν στο φως τα επόμενα χρόνια, προκύπτει ότι τα θύματα είχαν απασχολήσει τις Αρχές στο παρελθόν για υποθέσεις που σχετίζονταν με τη νυχτερινή δραστηριότητα της πόλης. Παρά τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν, καμία δεν στάθηκε αρκετή για να «δέσει» την υπόθεση δικαστικά. Το αποτέλεσμα ήταν ένας φάκελος που τυπικά παραμένει ανοιχτός, ουσιαστικά όμως έχει παγώσει.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη δολοφονία εντάσσεται σε μια ευρύτερη χρονική περίοδο κατά την οποία στον νομό Αχαΐας καταγράφονται και άλλες ανθρωποκτονίες με παρόμοια χαρακτηριστικά. Στοχοποιημένα θύματα, χρήση πυροβόλων όπλων, απουσία μαρτύρων που να μιλούν ανοιχτά και, σε αρκετές περιπτώσεις, ελλιπής ιατροδικαστική τεκμηρίωση. Σύμφωνα με δημοσιοποιημένα δεδομένα και ελέγχους που έγιναν εκ των υστέρων, σε ορισμένες υποθέσεις διαπιστώθηκαν σοβαρά κενά στους ιατροδικαστικούς φακέλους, γεγονός που δυσχέρανε ή και ακύρωσε κρίσιμα στάδια της έρευνας.
Αστυνομικές πηγές, με γνώση των υποθέσεων, αναφέρουν ότι η νύχτα της Πάτρας εκείνη την περίοδο λειτουργούσε με λεπτές ισορροπίες. Ανταγωνισμοί για οικονομικά συμφέροντα, έλεγχος χώρων και παλιές αντιπαλότητες δημιουργούσαν ένα υπόβαθρο έντασης, στο οποίο μια δολοφονία δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα προσωπικής διαφοράς. Παρ’ όλα αυτά, η σιωπή όσων γνώριζαν, σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά κενά, δεν επέτρεψε ποτέ την πλήρη χαρτογράφηση αυτών των σχέσεων.
Σήμερα, περισσότερο από δέκα χρόνια μετά, τα ερωτήματα παραμένουν. Αν οι υποθέσεις αυτές εξεταστούν αποσπασματικά, μοιάζουν απλώς με ανεξιχνίαστα εγκλήματα. Αν όμως ιδωθούν συνολικά, προκύπτουν κοινές γραμμές που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η μέθοδος, το περιβάλλον δράσης και οι αδυναμίες της έρευνας επαναλαμβάνονται. Και όσο αυτά τα εγκλήματα παραμένουν χωρίς απαντήσεις, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι ένα κομμάτι της εγκληματικής δραστηριότητας της νύχτας στην Πάτρα δεν φωτίστηκε ποτέ πλήρως.





